ἐρανέμπολος

ἐρᾰν-έμπολος,
A trader on borrowed capital, Hsch., Phot., Suid.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερανέμπολος — ο (AM) αυτός που ζει από εράνους. [ΕΤΥΜΟΛ. < έρανος + εμπολή «εμπόριο»] …   Dictionary of Greek

  • ἐρανεμπόλοις — ἐρανέμπολος trader on borrowed capital masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρανέμπολοι — ἐρανέμπολος trader on borrowed capital masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.